Originαρένα < ισπανική arena ή ιταλική arena ή γαλλική arène < λατινική arena / harena (άμμος) < *hasēna < ετρουσκική 𐌚𐌀𐌑𐌄𐌍𐌀 (faśena, άμμος, στάχτη)
- χώρος (ενίοτε σκεπασμένος με άμμο) όπου διεξάγονται αγώνες ή θεάματα όπως μονομαχίες, ταυρομαχίες κ.λπ.
- broadly, figurativelyκάθε τόπος έντονης αντιπαράθεσης ή ανταγωνισμού σε κοινωνικό, πολιτικό ή ιδεολογικό επίπεδο
Formsαρένα(singular, nominative) · αρένες(nominative, plural) · αρένας(genitive, singular) · αρένων(genitive, plural) · αρένα(accusative, singular) · αρένες(accusative, plural) · αρένα(singular, vocative) · αρένες(vocative, plural) · αρένα(feminine)