aˈɾe.so
Ετυμολογίααρέσω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρέσω < αρχαία ελληνική ἀρέσκω. Συγκρίνετε με το αρέσκω & αρέζω.
- είμαι ευχάριστος
- είμαι συμπαθητικός
“Τους άρεσε πολύ η εκδρομή που κάνατε.”
Τύποιάρεσα(imperfect) · άρεσα(aorist, passive)