Originαργία < αρχαία ελληνική ἀργός
- ο χρόνος κατά τον οποίο διακόπτεται η εργασία κυρίως εξαιτίας κάποιας γιορτής ή ενός σημαντικού γεγονότος
“η Πρωτομαγιά είναι μέρα αργίας για τους εργαζόμενους”
- η έλλειψη εργασίας ή απασχόλησης
“εξαιτίας της ανεργίας πολλοί εργάτες είναι καταδικασμένοι σε αναγκαστική αργία”
- η πειθαρχική ποινή παύσης εργασίας, που επιβάλλεται σε δημόσιους υπαλλήλους, στρατιωτικούς και κληρικούς για κάποιο παράπτωμα
Formsαργία(singular, nominative) · αργίες(nominative, plural) · αργίας(genitive, singular) · αργιών(genitive, plural) · αργία(accusative, singular) · αργίες(accusative, plural) · αργία(singular, vocative) · αργίες(vocative, plural) · αργία(feminine) · Αργία(feminine)