WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

αριάς

noun

αριάςΓενική ενικού της «αριά»: είδος αειθαλούς δρυός (βελανιδιάς).

Daily Puzzle #1386 · 5 Απριλίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα