aɾˈmos
Ετυμολογίααρμός< (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἁρμός
- το σημείο στο οποίο εφάπτονται δυο ή περισσότερες επιφάνειες
- το κενό, σχισμή, που δημιουργείται μεταξύ δυο επιφανειών που έχουν συνενωθεί
- οι κλειδώσεις στα κόκκαλα, η άρθρωση
- είδος εσωτερικού σύρτη πόρτας
- το ταίριασμα συγχορδιών και μελωδιών, δηλαδή η αρμονία
Τύποιαρμός(singular, nominative) · αρμοί(nominative, plural) · αρμού(genitive, singular) · αρμών(genitive, plural) · αρμό(accusative, singular) · αρμούς(accusative, plural) · αρμέ(singular, vocative) · αρμοί(vocative, plural) · αρμός(masculine)