Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΡΝΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
αρνών
noun
αρνών
—
Γενική πληθυντικού του «αρνί»: των αρνιών (νεαρά πρόβατα).
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1517 · 14 Αυγούστου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις