Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΡΧΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
αρχών
αρχών
—
γενική πληθυντικού του αρχή
Λεξικό
ˈaɾ.xon
noun
genitive, plural
γενική πληθυντικού του αρχή
Τύποι
αρχών
(feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Duotrigordle
Πλέγμα 28
#63 · 12 Ιουνίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 22
#56 · 5 Ιουνίου 2026
Daily Puzzle
#1497 · 25 Ιουλίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις