a.siˈmi
ΕτυμολογίαΑσημή < γενική ενικού του αρσενικού Ασημής
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ασημής
- γυναικείο όνομα
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ασημής
ΤύποιΑσημή(invariable, feminine) · Асими(transliteration, Cyrillic) · Asimi(transliteration, Latin) · Ασημή(masculine)
Πηγή: Βικιλεξικό