a.siˈmi
OriginΑσημή < γενική ενικού του αρσενικού Ασημής
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ασημής
- γυναικείο όνομα
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ασημής
FormsΑσημή(invariable, feminine) · Асими(transliteration, Cyrillic) · Asimi(transliteration, Latin) · Ασημή(masculine)
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0