Ετυμολογίαατάκα < ιταλική attacca < attaccare < staccare < distaccare < παλαιά γαλλική estachier < φραγκική *stakō < πρωτογερμανική *stakô < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)teg-
- ένδειξη να ξεκινήσει το επόμενο μουσικό κομμάτι αμέσως μετά το προηγούμενο, χωρίς παύση
- η άμεση απάντηση σε στιχομυθία ή η μεμονωμένη φράση ρόλου
- generalσύντομη, χαρακτηριστική ή πνευματώδης φράση που αποτυπώνει ετοιμόλογα μια ιδέα ή στάση ζωής
“η ατάκα που λέω σε κάποιον άπειρο για κάποιο θέμα είναι: «αν δεν ξέρεις, μη μιλάς…»”
Τύποιατάκα(singular, nominative) · ατάκες(nominative, plural) · ατάκας(genitive, singular) · ατάκα(accusative, singular) · ατάκες(accusative, plural) · ατάκα(singular, vocative) · ατάκες(vocative, plural) · ατάκα(feminine)