aˈtmos
Ετυμολογίαατμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀτμός
- νερό ή άλλο υγρό σε αέρια μορφή, προϊόν εξάτμισης ή βρασμού, που για νερό γίνεται σε θερμοκρασίες πέρα από τους 100^οC
Τύποιατμός(singular, nominative) · ατμοί(nominative, plural) · ατμού(genitive, singular) · ατμών(genitive, plural) · ατμό(accusative, singular) · ατμούς(accusative, plural) · ατμέ(singular, vocative) · ατμοί(vocative, plural) · ατμός(masculine)