Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΥΤΙΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
αυτιά
noun
αυτιά
—
Τα όργανα της ακοής στο κεφάλι (τα «ears»).
Λεξικό
Ετυμολογία
Αυτιά < γενική ενικού του αρσενικού Αυτιάς
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
Αυτιά
(feminine)
·
Αυτιάς
(masculine)
·
Aftia
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Duotrigordle
Πλέγμα 16
#45 · 25 Μαΐου 2026
Sedecordle
Πλέγμα 7
#36 · 16 Μαΐου 2026
Dordle
Πλέγμα 1
#26 · 6 Μαΐου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 27
#9 · 19 Απριλίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 11
#2 · 12 Απριλίου 2026
Daily Puzzle
#560 · 31 Δεκεμβρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις