aˈfi.no
Ετυμολογίααφήνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀφήνω (δείτε και γραφή ἀφίνω) ή με μεταπλασμό, ή από την ελληνιστική κοινή ἀφίω < αρχαία ελληνική ἀφίημι
- χαλαρώνω τη λαβή μου και έτσι παύω να κρατώ κάτι επιτρέποντάς του να κινηθεί ελεύθερα
“Άφησε το μολύβι του να πέσει στο πάτωμα.”
- παύω να έχω πάνω μου ένα αντικείμενο και το ακουμπώ σε κάποιο σημείο
“Μάλλον άφησα το πορτοφόλι μου πάνω στο τραπέζι.”
- δε μετακινώ κάτι, δεν του αλλάζω την κατάστασή του
“Άφησε τα πιάτα στο τραπέζι. (χτες)”
“Άφησε τα πιάτα στο τραπέζι! (να τα αφήσεις στο τραπέζι)”
“Θα με αφήσεις ήσυχο; Άσε με ήσυχο, σου λέω!”
- παραδίδω κάτι σε κάποιον, για να το ξαναπάρω αργότερα
“Άφησα το αυτοκίνητο στο συνεργείο.”
- παύω να ασχολούμαι με κάτι και το εμπιστεύομαι σε άλλον
“Ας το αφήσουμε στους ειδικούς.”
- ορίζω αντικαταστάτη
“Aφήνω το(ν) Νίκο στο πόδι μου για το διάστημα που λείπω.”
- σταματώ να ακολουθώ μια τακτική
“Ας αφήσουμε τα υπονοούμενα!”
- κληροδοτώ
“Ο θείος μου μου άφησε στη διαθήκη του ένα διαμέρισμα.”
- φεύγω
“Άφησε την πατρίδα του και πήγε στην Αμερική”
- εγκαταλείπω κάτι με το οποίο με συνέδεε στενή σχέση, παρατώ
“Άφησε την παλιά του δουλειά αλλά δεν κατάφερε ακόμα να βρει καινούρια”
“Άφησε τον άντρα της και τα παιδιά της”
- ελευθερώνω, δεν κρατώ πια δέσμιο
- επιτρέπω σε κάποιον να κάνει κάτι
“Οι επιτηρητές τον άφησαν να αντιγράψει.”
Τύποιάφηνα(imperfect) · άφησα(aorist) · άφηκα(aorist) · αφήκα(aorist) · αφήνομαι(passive) · αφέθηκα(passive, aorist) · αφημένος(passive, participle) · αφήνω(present, first-person, singular) · άφηνα(imperfect, first-person, singular) · θα αφήνω(future, imperfect, first-person, singular) · να αφήνω(subjunctive, first-person, singular) · αφήνοντας(participle) · αφήνεις(present, second-person, singular) · άφηνες(imperfect, second-person, singular) · θα αφήνεις(future, imperfect, second-person, singular) · να αφήνεις(subjunctive, second-person, singular) · άφηνε(imperative, second-person, singular) · αφήνει(present, third-person, singular) · άφηνε(imperfect, third-person, singular) · θα αφήνει(future, imperfect, third-person, singular)