aˈfi.ða
Ετυμολογίααφίδα < αγγλική aphid < νεολατινική aphis, πληθυντικός aphides (τη νεολατινική ονομασία έδωσε ο Κάρολος Λινναίος, πιθανώς εμπνεόμενος από το αρχαιοελληνικό ἀφειδής)
- γενική ονομασία διαφόρων παρασιτικών εντόμων όπως φυλλοξήρα, σιταρόψειρα
- η μελίγκρα
Τύποιαφίδα(singular, nominative) · αφίδες(nominative, plural) · αφίδας(genitive, singular) · αφιδών(genitive, plural) · αφίδα(accusative, singular) · αφίδες(accusative, plural) · αφίδα(singular, vocative) · αφίδες(vocative, plural) · αφίδα(feminine)