aˈfi.sa
Originαφίσα < (άμεσο δάνειο) γαλλική affiche < afficher < λατινική affigere, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος affigo < ad + figo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰeygʷ (στερεώνω, κολλώ)
- φύλλο χαρτιού (ή από άλλο υλικό) που κολλιέται σε τοίχους ή ειδικούς χώρους και με το οποίο γνωστοποιείται ή ανακοινώνεται κάτι δημόσια
- φύλλο χαρτιού (ή από άλλο υλικό) που κολλιέται σε τοίχους ή αναρτάται ως διακοσμητικό στοιχείο
“Το βλέμμα του καρφώνεται στην αφίσα .... Τρία ποτήρια με χρωματιστά υγρά και μια λεζάντα να διαφημίζει τους νέους, ασυναγώνιστους αντιοξειδωτικούς χυμούς του καταστήματος (Μαριαλένα Σεμιτέκολου, Ακουα”
Formsαφίσα(singular, nominative) · αφίσες(nominative, plural) · αφίσας(genitive, singular) · αφισών(genitive, plural) · αφίσα(accusative, singular) · αφίσες(accusative, plural) · αφίσα(singular, vocative) · αφίσες(vocative, plural) · αφίσα(feminine)