WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

αφυής

adjective

αφυήςΠου δεν έχει ευφυΐα· χαζός, ανόητος.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #979 · 23 Φεβρουαρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα