Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΩΤΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
αώτου
adjective
αώτου
—
Γενική ενικού του «άσωτος»: του σπάταλου, που ζει άτακτα και ξοδεύει χωρίς μέτρο.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#660 · 10 Απριλίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις