WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

βάγια

noun

βάγιαΚλαδιά φοίνικα ή δάφνης που χρησιμοποιούνται κυρίως την Κυριακή των Βαΐων.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #917 · 23 Δεκεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα