ˈva.ðin
Originβάδην < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βάδην
:* για το άθλημα < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική marche ή από την αγγλική walking
- με κανονικό περπάτημα, χωρίς βιασύνη
- άθλημα ταχύτητας στο οποίο ο αθλητής δεν επιτρέπεται να έχει ταυτόχρονα και τα δύο πόδια στον αέρα
Formsβάδην(neuter)