ˈva.θos
Ετυμολογίαβάθος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βάθος < πιθανόν, βαθύς
- η διάσταση μιας κοιλότητας από το πάνω στόμιό της προς τα κάτω
“το βάθος του πηγαδιού είναι δέκα μέτρα”
- η απόσταση από την επιφάνεια έως τον βυθό
“εδώ η λίμνη έχει μεγάλο βάθος”
- η οριζόντια διάσταση μιας κοιλότητας όπως φαίνεται από το μπροστά στόμιό της
“το σπήλαιο έχει ανυπολόγιστο βάθος”
- το (μαθηματικό) σύνολο των χαρακτηριστικών που (συν)αποτελούν μια έννοια
“το βάθος της (ατομικής) έννοιας «Πανεπιστήμιο Αθηνών» είναι το σύνολο χαρακτηριστικών: {είναι πανεπιστήμιο, είναι στην Αθήνα, ιδρύθηκε το 1837, το πλήρες όνομά του είναι ...}”
Τύποιβάθος(singular, nominative) · βάθη(nominative, plural) · βάθους(genitive, singular) · βαθών(genitive, plural) · βάθος(accusative, singular) · βάθη(accusative, plural) · βάθος(singular, vocative) · βάθη(vocative, plural) · βάθος(neuter)