ˈvaɾ.ka
Ετυμολογίαβάρκα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βάρκα < υστερολατινική barca < λατινική baris < αρχαία ελληνική βᾶρις (αντιδάνειο) < αρχαία αιγυπτιακή bꜣjr (bair) b-bA-A-y:r*Z1-P1
- μικρό θαλάσσιο σκάφος, ξύλινο, μεταλλικό, ή πλαστικό, με κοίλη κατασκευή που κινείται με κουπιά, ή πανιά (ιστία) ή με φερόμενη μικρή εξωλέμβια μηχανή
- παιδικό ομαδικό παιχνίδι
Τύποιβάρκα(singular, nominative) · βάρκες(nominative, plural) · βάρκας(genitive, singular) · βαρκών(genitive, plural) · βάρκα(accusative, singular) · βάρκες(accusative, plural) · βάρκα(singular, vocative) · βάρκες(vocative, plural) · βάρκα(feminine) · Βάρκα(feminine) · Varka(transliteration, Latin)