WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

βάτες

ουσιαστικό

βάτεςΠληθυντικός του «βάτης»: άτομο που βαδίζει, πεζός/περιπατητής.

Wiktionary →
Daily Puzzle #1294 · 3 Ιανουαρίου 2025
·Archive
No comments yet