Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βάψει
βάψει
—
απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βάφω
Wiktionary →
Dictionary
verb
απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βάφω
γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάφω
θα βάψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βάφω
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#149 · 15 Νοεμβρίου 2021
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment