ˈve.los
- όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- η σαΐτα του τόξου
- καθετί βελοειδές· (αρχιτεκτονική) κωνική απόληξη σε κορυφή πύργου, εκκλησίας κ.λπ.
- σύμβολο που εκφράζει μια κατεύθυνση
ΤύποιΒέλος(singular, nominative) · Βέλους(genitive, singular) · Βέλος(accusative, singular) · Βέλος(singular, vocative) · Βέλος(neuter) · βέλος(singular, nominative) · βέλη(nominative, plural) · βέλους(genitive, singular) · βελών(genitive, plural) · βέλος(accusative, singular) · βέλη(accusative, plural) · βέλος(singular, vocative) · βέλη(vocative, plural) · βέλος(neuter)