Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΒΕΛΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βέλων
βέλων
—
γενική πληθυντικού του βέλο
Βικιλεξικό →
Λεξικό
noun
genitive, plural
γενική πληθυντικού του βέλο
name
genitive, plural
γενική πληθυντικού του Βέλο
Τύποι
βέλων
(neuter)
·
Βέλων
(neuter)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#891 · 27 Νοεμβρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις