Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΒΈΛΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βέλων
5 letters
·
Ελληνικά
βέλων
—
γενική πληθυντικού του βέλο
Βικιλεξικό →
Λεξικό
noun
genitive, plural
γενική πληθυντικού του βέλο
name
genitive, plural
γενική πληθυντικού του Βέλο
Τύποι
βέλων
(neuter)
·
Βέλων
(neuter)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#891 · 27 Νοεμβρίου 2023
Previous word
#890 · πάπες
Next word
#892 · μάγιο
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις