ˈvi.xas
Ετυμολογίαβήχας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βήχας < αρχαία ελληνική βήξ (γενική βηχός) < βήσσω / βήττω (Ίσως το ρήμα βήττω είναι παράγωγο του ουσιαστικού βήξ)
- απότομη και σπασμωδική εκπνοή αέρα από τους πνεύμονες που συνοδεύεται από τραχύ ήχο
“O ήδη «εξαρτημένος» από την «κακιά συνήθεια» γνωρίζει ήδη το... αυτονόητο, πώς δηλαδή το κάπνισμα «βλάπτει σοβαρά την υγεία» - του το λένε οι γιατροί (ακόμη... και αυτοί που καπνίζουν αρειμανίως!), το”
- figurativelyο ήχος που παράγεται με την παραπάνω εκπνοή
- figurativelyη αμηχανία
“τον έπιασε βήχας γιατί δεν ήξερε τι να πει”
Τύποιβήχας(singular, nominative) · βήχες(nominative, plural) · βήχα(genitive, singular) · βήχα(accusative, singular) · βήχες(accusative, plural) · βήχα(singular, vocative) · βήχες(vocative, plural) · βήχας(masculine) · Βήχας(masculine) · Βήχα(feminine) · Vichas(transliteration, Latin)