Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΒΙΑΖΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βίαζε
verb
βίαζε
—
Παρατατικός του «βιάζω»: ανάγκαζε ή πίεζε κάποιον να κάνει κάτι γρήγορα ή με το ζόρι.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1443 · 1 Ιουνίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις