WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

βίασα

ρήμα

βίασαΈκανα κάτι βιαστικά ή με πίεση/εξαναγκασμό (αόριστος του «βιάζω»).

Wiktionary →
Daily Puzzle #456 · 18 Σεπτεμβρίου 2022
·Archive
No comments yet