ˈvi.ʎa
OriginΒίλια < (άμεσο δάνειο) αρβανίτικη viljë < λατινική villa
- πόλη της Αττικής
- οικισμός του νομού Κορινθίας
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Βίλιας)
FormsΒίλια(plural-only, neuter) · Βίλια(feminine) · Vilia(transliteration, Latin)
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0