Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΒΙΩΣΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βίωσε
βίωσε
—
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιώνω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιώνω
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βιώνω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#575 · 15 Ιανουαρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις