OriginΒαβέλ < (άμεσο δάνειο) εβραϊκή בבל < ακκαδική 𒆍𒀭𒊏𒆠 (bāb ili: πύλη του Θεού)
- η πόλη και ο πύργος όπου συνέβη η σύγχυση των γλωσσών σύμφωνα με την Βίβλο
- figurativelyη ασυνεννοησία
“Η ολομέλεια του συνεδρίου κατέληξε σε μια πραγματική Βαβέλ, με δεκάδες φωνές να μιλούν ταυτόχρονα και καμία απόφαση να μην μπορεί να παρθεί.”
- κατάσταση απόλυτης αταξίας ή χαοτικής πολυφωνίας, όπου κυριαρχεί η ασυμφωνία και η έλλειψη συνεννόησης
“Η ολομέλεια του συνεδρίου κατέληξε σε μια πραγματική βαβέλ, με δεκάδες φωνές να μιλούν ταυτόχρονα και καμία απόφαση να μην μπορεί να παρθεί.”
FormsΒαβέλ(invariable, feminine) · βαβέλ(invariable, feminine)
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0