WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

βαθμό

noun

βαθμόΟ βαθμός είναι μονάδα μέτρησης, κυρίως για τη θερμοκρασία ή για την αξιολόγηση (π.χ. στο σχολείο).

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1690 · 3 Φεβρουαρίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα