Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΒΑΛΤΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βαλτό
βαλτό
—
αιτιατική ενικού του βαλτός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του βαλτός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βαλτός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1405 · 24 Απριλίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις