Originβαριά < θηλυκό του επιθέτου βαρύς ως ουσ.
- βαρύ σφυρί με μακριά λαβή, που πρέπει να το κρατήσει κανείς και με τα δυο χέρια, το οποίο χρησιμεύει κυρίως στο σπάσιμο επιφανειών και κατασκευών
- κοιμάμαι βαριά: κοιμάμαι πολύ βαθιά
- σοβαρά (για κάτι πολύ βαρύ όσον αφορά την κατάστασή του ή τις ενδεχόμενες συνέπειες)
“πληγώνομαι βαριά (τα τραύματά μου είναι πολύ σοβαρά)”
- παίρνω κάτι (πολύ) βαριά: με στενοχωρεί ή με προσβάλλει κάτι πάρα πολύ
Formsβαριά(singular, nominative) · βαριές(nominative, plural) · βαριάς(genitive, singular) · βαριών(genitive, plural) · βαριά(accusative, singular) · βαριές(accusative, plural) · βαριά(singular, vocative) · βαριές(vocative, plural) · βαριά(feminine) · Βαριά(feminine) · Varia(transliteration, Latin)