Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΒΑΦΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βαφών
verb
βαφών
—
Μετοχή του «βάφω»: που βάφει/χρωματίζει κάτι (π.χ. μαλλιά, ρούχα).
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1011 · 26 Μαρτίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις