ˈvɣa.zo
Ετυμολογίαβγάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βγάζω < ἐβγάζω < αρχαία ελληνική ἐγβιβάζω < αρχαία ελληνική ἐκβιβάζω < ἐκ + βιβάζω.
- βγάζω κάποιον έξω: αποβάλλω ένα μαθητή από την αίθουσα
- figurativelyεκδηλώνω
“βγάζω το άχτι μου: ξεσπάω, εκδηλώνω το θυμό μου”
- μεταφέρω κάτι σε άλλη θέση από αυτήν που βρίσκεται γιατί εμποδίζει
“Βγάλε από μπροστά σου αυτή την καρέκλα.”
- βγάζω τα ρούχα κάποιου: γδύνω κάποιον
- βγάζω τα ρούχα μου: γδύνομαι
- αφαιρώ με εγχείριση κάποιο όργανο του σώματος
“του έβγαλαν το δόντι/τη χολή/τη σπλήνα”
- εξαρθρώνω
“Πάλι έβγαλα τον ώμο μου.”
- τραυματίζω
“Κοίτα μη βγάλεις το μάτι σου μ' αυτό το ψαλίδι.”
- εξάγω ένα συμπέρασμα ή τη λύση μιας μαθηματικής πράξης ή προβλήματος
- καταφέρνω να διαβάσω κάτι
“Χωρίς τα γυαλιά του, δεν τα βγάζει τα γράμματα.”
- παράγω
“Αυτή η μηχανή βγάζει 1000 κομμάτια τη μέρα.”
- κερδίζω (για εισόδημα)
“Πόσα λεφτά βγάζεις το χρόνο;”
Τύποιέβγαλα(aorist) · βγάζομαι(passive) · βγάλθηκα(passive, aorist) · βγαλμένος(passive, participle) · βγάζω(present, first-person, singular) · έβγαζα(imperfect, first-person, singular) · θα βγάζω(future, imperfect, first-person, singular) · να βγάζω(subjunctive, first-person, singular) · βγάζοντας(participle) · βγάζεις(present, second-person, singular) · έβγαζες(imperfect, second-person, singular) · θα βγάζεις(future, imperfect, second-person, singular) · να βγάζεις(subjunctive, second-person, singular) · βγάζε(imperative, second-person, singular) · βγάζει(present, third-person, singular) · έβγαζε(imperfect, third-person, singular) · θα βγάζει(future, imperfect, third-person, singular) · να βγάζει(subjunctive, third-person, singular) · βγάζουμε(present, first-person, plural) · βγάζαμε(imperfect, first-person, plural)