WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

βιδών

ρήμα

βιδώνΤρίτο πρόσωπο πληθυντικού του «βιδώνω»: σφίγγουν ή στερεώνουν κάτι με βίδες.

Wiktionary →
Daily Puzzle #749 · 8 Ιουλίου 2023
·Archive
No comments yet