ˈvʝo.la
Ετυμολογίαβιόλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βιόλα < ιταλική viola
- έγχορδο μουσικό όργανο παρόμοιο με το βιολί λίγο μεγαλύτερο σε μέγεθος και με βαθύτερο ήχο
- είδος ανθοφόρου φυτού και το λουλούδι αυτού του φυτού
“※ μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες (τραγούδι του Αττίκ, 1935)”
Τύποιβιόλα(singular, nominative) · βιόλες(nominative, plural) · βιόλας(genitive, singular) · βιόλα(accusative, singular) · βιόλες(accusative, plural) · βιόλα(singular, vocative) · βιόλες(vocative, plural) · βιόλα(feminine) · Βιόλα(feminine)