Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βιώσω
ρήμα
βιώσω
—
Θα ζήσω, θα περάσω μια περίοδο ζωής ή θα βιώσω κάτι.
Wiktionary →
Dictionary
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιώνω
θα βιώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βιώνω
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#819 · 16 Σεπτεμβρίου 2023
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment