WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

βοηθά

verb

βοηθάΡήμα: βοηθά (αυτός/αυτή/αυτό) = δίνει βοήθεια ή υποστήριξη σε κάποιον.

Daily Puzzle #730 · 19 Ιουνίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα