OriginΒούδη < γενική ενικού του αρσενικού Βούδης
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Βούδης
- accusative, genitive, singular, vocativeγενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Βούδης
FormsΒούδη(feminine) · Voudi(transliteration, Latin) · Βούδη(masculine)
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0