Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βούτη
ουσιαστικό
βούτη
—
Η βούτη είναι η βουτιά, δηλαδή το απότομο βύθισμα/άλμα στο νερό.
Dictionary
Origin
Βούτη < → λείπει η ετυμολογία
name
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Forms
Βούτη
(masculine, feminine)
·
Vouti
(transliteration, Latin)
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#879 · 15 Νοεμβρίου 2023
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment