ˈvɾa.ði
Ετυμολογίαβράδυ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βράδυ < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του αρχαίου επιθέτου βραδύς με αλλαγή του τονισμού
- το μέρος του εικοσιτετραώρου που αρχίζει μετά τη δύση του ήλιου, διαρκεί μερικές ώρες και το διαδέχεται η νύχτα
- η νύχτα
Τύποιβράδυ(neuter)