WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

βρέξη

noun

βρέξηΗ βρέξη είναι το βρέξιμο, δηλαδή το να πέφτει βροχή ή να υγραίνεται κάτι.

Daily Puzzle #1590 · 26 Οκτωβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα