WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

βρίθω

ρήμα

βρίθωΕίμαι γεμάτος ή φορτωμένος (συνήθως με κάτι).

Wiktionary →
Daily Puzzle #1347 · 25 Φεβρουαρίου 2025
·Archive
No comments yet