ˈvɾi.θo
Originβρίθω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βρίθω
- archaicείμαι γεμάτος
“※ Το νομοσχέδιο που δόθηκε προς ολιγοήμερη διαβούλευση στον «αέρα» του Διαδικτύου βρίθει προχειροτήτων, καθώς γραφόταν ακόμη και λίγα λεπτά προτού δοθεί στη δημοσιότητα. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 13.0”
“※ Βρίθει από παραλογισμούς το νέο φορολογικό νομοσχέδιο. (εφ. Ελευθεροτυπία, 07.03.2013)”