viˈθos
Ετυμολογίαβυθός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βυθός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰewb- (βαθύς)
- ο πυθμένας θάλασσας, λίμνης ή ποταμού, το έδαφος που βρίσκεται κάτω από το νερό
- broadlyτο κατώτερο μέρος του θαλάσσιου υδάτινου όγκου
Τύποιβυθός(singular, nominative) · βυθοί(nominative, plural) · βυθού(genitive, singular) · βυθών(genitive, plural) · βυθό(accusative, singular) · βυθούς(accusative, plural) · βυθέ(singular, vocative) · βυθοί(vocative, plural) · βυθός(masculine)