Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΒΩΒΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βωβού
βωβού
—
γενική ενικού του βωβός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Βωβού < γενική ενικού του αρσενικού Βωβός
adj
genitive, singular
γενική ενικού του βωβός
genitive, singular
γενική ενικού του βωβό
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
Βωβού
(feminine)
·
Βωβός
(masculine)
·
Vovou
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#292 · 7 Απριλίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις