Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βόησε
ρήμα
βόησε
—
«βόησε» = έκανε δυνατό θόρυβο/βούιξε (αόριστος του «βοάω»).
Wiktionary →
Dictionary
verb
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοώ
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βοώ
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#691 · 11 Μαΐου 2023
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment