Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΒΟΪΔΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βόιδι
βόιδι
—
το βόδι
Βικιλεξικό →
Λεξικό
ˈvoi̯.ði
Ετυμολογία
βόιδι < → λείπει η ετυμολογία
noun
το βόδι
figuratively
άνθρωπος ανόητος και χωρίς ενεργητικότητα
Τύποι
βόιδι
(neuter)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1485 · 13 Ιουλίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις