Ετυμολογίαβότκα < (άμεσο δάνειο) ρωσική водка < υποκοριστικό του вода (νερό)
- οινοπνευματώδες ποτό ρωσικής προέλευσης
Τύποιβότκα(singular, nominative) · βότκες(nominative, plural) · βότκας(genitive, singular) · βότκα(accusative, singular) · βότκες(accusative, plural) · βότκα(singular, vocative) · βότκες(vocative, plural) · βότκα(feminine)