WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

βύρσα

noun

βύρσαΔέρμα ζώου κατεργασμένο, που χρησιμοποιείται για την παραγωγή δέρματος (leather).

Daily Puzzle #109 · 6 Οκτωβρίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα