Ετυμολογίαβύρσα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βύρσα
- formalτο δέρμα ενός ζώου που έχει υποστεί ειδική κατεργασία για να έχει μεγάλη αντοχή σε φθορές λόγω σκληρής χρήσης
Τύποιβύρσα(singular, nominative) · βύρσες(nominative, plural) · βύρσας(genitive, singular) · βυρσών(genitive, plural) · βύρσα(accusative, singular) · βύρσες(accusative, plural) · βύρσα(singular, vocative) · βύρσες(vocative, plural) · βύρσα(feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό